καλπονοθεύω

καλπονοθεύω
-ευσα και -εψα, -εύτηκα, καλπονοθε(υ)μένος, νοθεύω το αποτέλεσμα της εκλογής με παραβίαση των καλπών: Παλαιότερα καλπονόθευαν τις εκλογές.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • καλπονοθεύω — 1. νοθεύω το αποτέλεσμα τών εκλογών με παραβίαση τών καλπών και με προσθήκη ή αφαίρεση ψήφων 2. εμφανίζω τα πράγματα ανακριβώς, πλαστογραφώ την αλήθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάλπη (Ι) + νοθεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1870 στον Α. Φατσέα] …   Dictionary of Greek

  • ακαλπονόθευτος — η, ο [καλπονοθεύω] 1. (κυρίως για εκλογή) που δεν έχει καλπονοθευτεί, όταν δεν έχει αλλοιωθεί το αποτέλεσμα με νοθείες στην ψηφοδόχο 2. (γενικά) αυτός που έγινε χωρίς δόλο και απάτη, ανόθευτος, γνήσιος …   Dictionary of Greek

  • καλπονόθευση — η η πράξη και το αποτέλεσμα του καλπονοθεύω, νόθευση του αποτελέσματος των εκλογών: Σε μερικές περιοχές έγινε μεγάλη καλπονόθευση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”